Pages

31 March 2009

Επισόδειο νο 999... στην διαμάχη ΟΤΕ - ΕΕΤΤ

Αθήνα, 30/03/2009

Σε πρόσφατη Συνέντευξη Τύπου της ΕΕΤΤ (στις 23/3/2009) ο Πρόεδρός της κ. Ν. Αλεξανδρίδης, ανέφερε, μεταξύ πολλών άλλων, τα ακόλουθα, όπως αναμεταδόθηκαν από τα ΜΜΕ:

  • Ο ΟΤΕ και η Deutsche Telecom δεν επιθυμούν την ανάπτυξη του δικτύου οπτικών ινών που έχει εξαγγελθεί από την κυβέρνηση γιατί στόχος τους είναι να μην υπάρχει ένα σύγχρονο παράλληλο σταθερό δίκτυο οπτικών ινών και να μπορούν από κοινού να εκμεταλλεύονται σε μονοπωλιακή βάση το υπάρχον δίκτυο χαλκού.

  • Προκειμένου ο ΟΤΕ και η Deutsche Telekom να επιτύχουν τον πιο πάνω στόχο ζητούν να καταργηθεί ο ρυθμιστής και να ματαιωθεί το πρόγραμμα οπτικών ινών που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση.

  • Η Deutsche Telekom επιχειρεί να εκβιάσει την κυβέρνηση της χώρας ώστε να ματαιώσει τη δημιουργία του δικτύου οπτικών ινών.

  • Για να δεχθεί η ΕΕΤΤ τις μειώσεις στις λιανικές τιμές που προτείνει ο ΟΤΕ, πρέπει να γίνουν και ανάλογες μειώσεις στις τιμές της χονδρικής.

  • Ο νόμος είναι ελαστικός με αποτέλεσμα τα πρόστιμα που επιβάλλονται στον ΟΤΕ να μην πληρώνονται.

  • Δεδομένου ότι δεν αυξάνεται ο ανταγωνισμός και η ποιότητα των υπηρεσιών παραμένει χαμηλή, η ΕΕΤΤ μελετάει τη λύση του λειτουργικού διαχωρισμού.

Ο ΟΤΕ θα ήθελε να απαντήσει τα εξής:

  • Ο Πρόεδρος της ΕΕΤΤ, καθώς και μέλη της Διοικούσας Επιτροπής της ΕΕΤΤ, γνωρίζουν ότι η πρόθεση του ΟΤΕ, έτσι όπως εκφράζεται και μέσα από τα επιχειρησιακά του σχέδια είναι να προχωρήσει στην ανάπτυξη δικτύου οπτικών ινών, όχι γιατί το επιθυμεί ο ρυθμιστής, η κυβέρνηση, ή κάποιος άλλος φορέας, αλλά γιατί αυτό επιβάλλει το συμφέρον του. Γνωρίζουμε ότι η πορεία προς τα σταθερά δίκτυα οπτικών ινών μεγάλων ταχυτήτων είναι μονόδρομος. Τα επιχειρησιακά σχέδια του ΟΤΕ για σταθερά δίκτυα της επόμενης γενιάς θα απαιτήσουν επενδύσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ευρώ και λεπτομερή σχεδιασμό. Για να πάρει αποφάσεις σε θέματα τόσο μεγάλης σημασίας και κινδύνων ο ΟΤΕ είναι υποχρεωμένος να περιμένει την συγκεκριμενοποίηση των εξαγγελιών της Κυβέρνησης σχετικά με τις ρυθμιστικές, κοστολογικές και άλλες παραμέτρους του προγράμματος.

  • Ο ΟΤΕ γνωρίζει ότι οι ρυθμιστικές αρχές λειτουργούν μέσα σε ένα νομικό πλαίσιο, το οποίο εκφράζει τη βούληση της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ενιαία και ανταγωνιστική αγορά στις τηλεπικοινωνίες. Αυτό σημαίνει ότι -και να επιθυμούσε να απαλλαγεί από τις ρυθμιστικές αρχές- οποιοδήποτε αίτημα προς αυτήν την κατεύθυνση θα ήταν όχι μόνο επιπόλαιο, αλλά και επιζήμιο για τα συμφέροντά του.

  • Η ευθύνη για την πολιτική που ακολουθεί ο ΟΤΕ στο θέμα του δικτύου των οπτικών ινών, που έχει εξαγγείλει η κυβέρνηση, αφορά αποκλειστικά τον ίδιο. Είναι εντελώς αβάσιμο, άκριτο, και επικίνδυνο να αποδίδεται στην Deutsche Telekom πρόθεση εκβιασμού της κυβέρνησης της χώρας μας.

  • Σε πλείστες όσες περιπτώσεις, οι τιμές λιανικής του ΟΤΕ, που ορίζει η ΕΕΤΤ, είναι κατά 40%-50% υψηλότερες σε σχέση με τις χονδρικές τιμές των υπηρεσιών του προς τους ανταγωνιστές του, που πάλι ορίζει η ΕΕΤΤ. Έτσι η ΕΕΤΤ εξασφαλίζει στους ανταγωνιστές του ΟΤΕ ένα πολύ υψηλό περιθώριο κέρδους στα προϊόντα που προωθούν στην αγορά. Αν η πολιτική της ΕΕΤΤ αποσκοπεί να διατηρήσει στην αγορά παρόχους, οι οποίοι δεν μπορούν να επιβιώσουν έστω και με τα πολύ υψηλά αυτά περιθώρια, τότε είναι ηλίου φαεινότερο ποιος εξυπηρετεί καλύτερα τα συμφέροντα των καταναλωτών.

  • Ο ΟΤΕ προσφεύγει στα δικαστήρια για τα πρόστιμα που του επιβάλλονται από την ΕΕΤΤ κάνοντας χρήση του δικαιώματος που έχει κάθε πολίτης αυτής της χώρας. Θεωρεί ότι τα πρόστιμα είναι άδικα, στηρίζονται σε αδιαφανείς αποφάσεις, εξυπηρετούν συγκεκριμένα συμφέροντα, ίσως χωρίς αυτή να είναι η πρόθεση της ΕΕΤΤ, και είναι τελείως ασύμμετρα με τα αποδιδόμενα παραπτώματα. Ο Ρυθμιστής δεν θα έπρεπε να στρέφεται κατά της λειτουργίας των δικαστηρίων αλλά να φροντίζει για την σωστή τεκμηρίωση των αποφάσεών του. Το σύνολο των προστίμων που επέβαλε η ΕΕΤΤ στον ΟΤΕ την περίοδο 2006-2008 ήταν €60 εκατ. περίπου, ποσό υψηλότερο από το σύνολο των προστίμων όλων των Ευρωπαϊκών Ρυθμιστών, πλην της Πολωνίας, για το ίδιο διάστημα. Ήδη από τις αρχές του 2009 η ΕΕΤΤ έχει επιβάλλει στον ΟΤΕ νέα πρόστιμα περίπου €10 εκατ. Δεν είναι ακριβές ότι τα πρόστιμα δεν πονάνε τον ΟΤΕ, γιατί ασχέτως της τελικής έκβασης των προσφυγών του, είναι υποχρεωμένος να προβαίνει σε προβλέψεις, ελαττώνοντας ανάλογα τα αποτελέσματά του.

  • Σχετικά με το θέμα του ανταγωνισμού που επικαλείται ο ρυθμιστής σαν λόγο για τον λειτουργικό διαχωρισμό, απέναντι στις αόριστες και αβάσιμες κατηγορίες που εκτοξεύτηκαν, παραθέτουμε τα εξής στοιχεία:

o Παράδοση χώρων φυσικής συνεγκατάστασης:

Την περίοδο 2006 – 2008 παραδόθηκαν 152 κέντρα που δίνουν πρόσβαση στους ανταγωνιστές του ΟΤΕ στην μεγάλη πλειοψηφία της συνδρομητικής βάσης του. Ως τον Ιούνιο του 2009 το σύνολο θα είναι 168.

o Internet – Αδεσμοποίητος Βρόχος:

Οι λειτουργούσες συνδέσεις internet από περίπου μηδέν το 2004 είναι σήμερα 1.740.000, ποσοστό σχεδόν 15% του πληθυσμού. Η Ελλάδα έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά αύξησης στον κόσμο χάρις αποκλειστικά στις προσπάθειες του ΟΤΕ. Το μερίδιο του ΟΤΕ στην αγορά αυτή, από περίπου 100% έχει πέσει σχεδόν στο 50% και συνεχίζει να μειώνεται. Οι γραμμές των ανταγωνιστών του Αδεσμοποίητου Βρόχου (LLU) ξεπερνούν τις 730.000, για τις οποίες ο ΟΤΕ είναι υποχρεωμένος από την ΕΕΤΤ να χρεώνει σήμερα €8,70 μηνιαίως -τιμή την οποία επιδιώκει να μειώσει περαιτέρω σε €8,27- έναντι μέσου όρου Ε.Ε. €9,19 και πραγματικού τεκμηριωμένου κόστους ΟΤΕ €9,13.

o Μερίδιο στη Φωνή:

Tο μερίδιο του ΟΤΕ έχει πέσει στο 76%, που είναι κοντά στο επίπεδο άλλων ευρωπαϊκών χωρών, όπου όμως η αγορά ελευθερώθηκε πολύ νωρίτερα.

o Τέλος η είσοδος των εταιριών κινητής και σταθερής τηλεφωνίας και το mobile internet, αλλάζουν ριζικά τα δεδομένα του ανταγωνισμού. Τον ΟΤΕ ανταγωνίζεται τώρα η Vodafone, μεγαλύτερη τηλεπικοινωνιακή εταιρία στην Ευρώπη και Wind, θυγατρική της Orascom, επίσης εταιρία πολύ μεγαλύτερη από τον ΟΤΕ.

  • Αντίθετα απ’ ότι ισχυρίζεται η ΕΕΤΤ, στην Ελλάδα υπάρχει σκληρός ανταγωνισμός, όπως αποδεικνύεται από την πτώση των τιμών τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών, που αγγίζει το 25-30% τα τελευταία δύο χρόνια και θα μπορούσε να είναι ακόμη μεγαλύτερη αν είχε ο ΟΤΕ αφεθεί να ανταγωνιστεί με ίσους όρους.

  • Η χρησιμοποίηση αορίστων κατηγοριών, παραποίηση και επιλεκτική προβολή δυσμενών στοιχείων και επιθετικά και απαξιωτικά σχόλια του ρυθμιστή εναντίον μιας ρυθμιζόμενης εταιρίας, δημιουργούν ερωτηματικά για την αντικειμενικότητα και αμεροληψία του.

  • Η εταιρία μας έχει αναθέσει στους νομικούς της συμβούλους να εξετάσουν, αν, με βάση τα λεγόμενα του κ. Προέδρου της ΕΕΤΤ, όπως τουλάχιστον αυτά αποτυπώνονται στον Τύπο, εξακολουθούν να συντρέχουν στο πρόσωπό του οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για τη συμμετοχή του στη διαδικασία λήψεως αποφάσεων των οργάνων της Αρχής.



Post a Comment