Pages

24 September 2009

ΟΤΕ: Η Ενωση Επιστημόνων Μηχανικών Τηλεπικοινωνιών του ΟΤΕ αντίθετη στα ΕΦΟΔΙΑ

24 10 2009 - Σε σχέση µε το σχέδιο νόµου για υλοποίηση δικτύου οπτικών ινών σε 2.000.000 νοικοκυριά και επιχειρήσεις, η ΕΜΗΕΤ ΟΤΕ, εκπροσωπώντας περισσότερους από 600 τηλεπικοινωνιακούς µηχανικούς και επιστήµονες στον ευρύτερο τοµέα των τηλεπικοινωνιών, που εργάζονται στον όµιλο του ΟΤΕ, θεωρεί καθήκον της να συµµετέχει στη δηµόσια διαβούλευση. Τα κυριότερα σημεία των θέσεων της Ενωσης είναι τα ακόλουθα:

Οι φορείς έχουν κληθεί να καταθέσουν τις απόψεις τους επί του σχεδίου ενός «διαδικαστικού» νόµου ο οποίος επιχειρεί, άκοµψα, να δηµιουργήσει το απαραίτητο νοµοθετικό πλαίσιο για την επιβολή της υλοποίησης του δικτύου οπτικών ινών που έχει ανακοινωθεί, και όχι επί της ουσίας, δηλαδή επί της αναγκαιότητας και των σχεδιαστικών απαιτήσεων του δικτύου αυτού.

Η ΕΜΗΕΤ ΟΤΕ καταθέτει τα σχόλιά της επί του προτεινόµενου σχεδιασµού του δικτύου, ο οποίος όπως φαίνεται, έγινε χωρίς καµία συµµετοχή Ελληνικών υπεύθυνων και αναγνωρισµένων φορέων, που γνωρίζουν άριστα, τόσο την θεωρία, όσο και την Ελληνική πραγµατικότητα, (ΟΤΕ, ΕΜΗΕΤ­ΟΤΕ, ΤΕΕ, Ελληνικό τµήµα FITCE, ΕΕΦ), αλλά κατόπιν «παραγγελίας» σε µια από τις γνωστές εταιρίες συµβούλων, οι οποίες συνήθως κατασκευάζουν σχεδιασµούς «κατά παραγγελία του πελάτη», αµείβονται δε, κυρίως για το κύρος και την βαρύτητα της υπογραφής τους.

Μια πρόσβαση στο διαδίκτυο µε ταχύτητα 2 Mb/s στα σχολεία ενός αποµονωµένου νησιού, ή στον αγροτικό συνεταιρισµό µιας ορεινής και δυσπρόσιτης περιοχής αξίζει περισσότερο από µια πρόσβαση 100 Mb/s στο κέντρο της Αθήνας ή της Θεσσαλονίκης. Η ευρυζωνικότητα πρέπει να αποτελέσει καθολική υπηρεσία και ως εκ τούτου να επιδοτηθεί από το δηµόσιο σε περιοχές που δεν υφίσταται ακόµη πρόσβαση.

Η προσέγγιση αυτή έχει ήδη υιοθετηθεί από ένα πλήθος Ευρωπαϊκών κυβερνήσεων (Μ. Βρετανίας, Φινλανδίας, Γαλλίας, Ιρλανδίας) οι οποίες έχουν θέσει στόχο την καθολική παροχή ευρυζωνικής πρόσβασης, µε ταχύτητες από µισό έως 2 Mbps, µέχρι το 2012. Αυτό, σε αντίθεση µε το «όραµα» του Ελληνικού υπουργείου, περί παροχής 100 Mbps, σε περιορισµένο αριθµό χρηστών στα πλούσια αστικά κέντρα.

Το «όραµα» του υπουργείου, όπως έχει ανακοινωθεί, αφορά 2.000.000 νοικοκυριά και επιχειρήσεις, (το 43% των νοικοκυριών της Ελλάδας), σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και άλλες 50 πρωτεύουσες νοµών. Λαµβάνοντας υπόψη ότι από τα 4.680.000 Ελληνικά νοικοκυριά, τα 1.240.000 βρίσκονται στην Αττική και τα 450.000 σε Θεσσαλονίκη και Χαλκιδική, καταλαβαίνει κανείς πόσο στενή είναι η ευρυζωνικότητα της κυβέρνησης, καθώς αφορά τις περιοχές φιλέτα, και «µε τις ευλογίες του κράτους» διευρύνει ακόµα περισσότερο το ψηφιακό χάσµα Αθήνας και περιφέρειας.

Ο στόχος λοιπόν της κυβέρνησης, όπως κάθε κυβέρνησης, θα πρέπει να είναι η διευκόλυνση της παροχής ηλεκτρονικών υπηρεσιών, που θα καλύπτουν τις σύγχρονες ανάγκες όλων των πολιτών στα αγαθά της ευρυζωνικότητας, και όχι η επιλογή του σχεδιασµού και της κατασκευής δικτύων συγκεκριµένης τεχνολογίας, αρχιτεκτονικής και χωρητικότητας. Η εµπειρία από τις χώρες που προαναφέρθηκαν δείχνει ότι οι κυβερνήσεις επιβάλλουν την καθολικότητα των ευρυζωνικών υπηρεσιών, και στις «φτωχές», αποµονωµένες περιοχές, όπου οι επενδύσεις από τους παρόχους υπηρεσιών, δεν δικαιολογούν βιώσιµη και αποδοτική επένδυση, επεµβαίνουν µε συγκεκριµένα µέτρα, ώστε να πραγµατοποιηθούν οι απαραίτητες επενδύσεις.

Όπως έχει αποδειχθεί στην πράξη, αλλά είναι και απόλυτα λογικό, οι πολίτες απαιτούν την ευρυζωνικότητα όταν υπάρχουν υπηρεσίες οι οποίες τους είναι χρήσιµες, και για την παροχή τους απαιτούνται υψηλές ταχύτητες πρόσβασης. Στην Δυτική Ευρώπη, έχει δοθεί προτεραιότητα στην παροχή υπηρεσιών και εφαρµογών e­government, για όλες τις ανάγκες του πολίτη (εκπαίδευση, πληροφόρηση, ενηµέρωση, ψυχαγωγία, ιατρικές εφαρµογές, επικοινωνία µε τον δηµόσιο τοµέα), οι οποίες όµως δεν φαίνεται επί του παρόντος να απαιτούν ταχύτητες µεγαλύτερες από εκείνες που παρέχονται από την τεχνολογία ADSL2+).

Και προφανώς είναι στην αρµοδιότητα του κράτους να προχωρήσει στην υλοποίηση της ηλεκτρονικής διακυβέρνησης, της ψηφιακοποίησης του δηµόσιου τοµέα, της αυτοµατοποίησης έκδοσης πιστοποιητικών, της παροχής κάθε είδους πληροφοριών µέσω διαδικτύου, της e­εκπαίδευσης, της e­πληροφόρησης, ώστε η ευρυζωνικότητα να µην είναι όρος κενός περιεχοµένου, αλλά πραγµατικά χρήσιµο εργαλείο για τις ανάγκες του πολίτη. Φαντάζει κακόγουστο αστείο και λαϊκισµός, το «τάξιµο» οπτικής ίνας σε κάθε σπίτι, όταν δεν υπάρχουν στο internet τα δροµολόγια του ΚΤΕΛ και του ΟΣΕ. Από τη στιγµή που υπάρξουν οι κατάλληλες εφαρµογές, οι οποίες απαιτούν υψηλές ταχύτητες και αξιόπιστα δίκτυα, αρχίζει και εντάσσεται στα σχέδια των εταιριών – παρόχων ηλεκτρονικών υπηρεσιών η κατασκευή ευρυζωνικών δικτύων, χωρίς να απαιτείται η παρέµβαση της πολιτείας, παρά µόνο σε επιλεγµένες, όπως αναφέρθηκε περιοχές.

Στην Ελλάδα, µε τα σηµερινά δεδοµένα, υπάρχει δυνατότητα ευρυζωνικής σύνδεσης, µε ταχύτητες τουλάχιστον 2 Mbps, στο 90% περίπου της χώρας. Έχει δε αποδειχθεί ότι σε πολλές περιπτώσεις εµφανίζεται απροθυµία και αδιαφορία για την αξιοποίηση της τεχνολογίας ADSL από πολίτες, οφειλόµενη κυρίως στον ψηφιακό αναλφαβητισµό και στη µη εξοικείωση χρήσης νέων τεχνολογιών, παρά στην έλλειψη της υπηρεσίας ή στο κόστος της. Αυτά λοιπόν είναι τα βασικά κενά, που οφείλει να καλύψει η πολιτεία, ώστε η ευρυζωνικότητα να γίνει χρηστική σε όλους τους πολίτες.

Στις εξαγγελίες της κυβέρνησης για το FTTH, δεν αναφέρεται καν η ύπαρξη µιας µελέτης σκοπιµότητας, που να τεκµηριώνει την ανταποδοτικότητα και την βιωσιµότητα του δικτύου αυτού, ώστε να µπορεί να γίνει µία σοβαρή σε βάθος και τεκµηριωµένη εκτίµηση και κριτική του. Υπάρχει µια καµπύλη για την πρόβλεψη της εξέλιξης της ζήτησης, η οποία βασίζεται στο σιγµοειδές µοντέλο των Fisher ­Pry του 1971 για την διάχυση (διάδοση) των νέων τεχνολογιών.

Αν και το µοντέλο αυτό έχει πλέον ξεπεραστεί και αντικατασταθεί από το αντίστοιχο του Richard Foster (1986) νεότερες θεωρίες έχουν δείξει τις συγκεκριµένες αδυναµίες τέτοιων µοντέλων για την πρόβλεψη της τεχνολογικής εξέλιξης, καθώς στην αρχή και στο τέλος µιας σιγµοειδούς εµφανίζονται ταλαντώσεις, που αντιστοιχούν σε φαινόµενα χάους, ενώ αν οι µετρήσεις καλύπτουν τον µισό περίπου κύκλο ζωής της ανάπτυξης και το σφάλµα ανά δεδοµένο δεν υπερβαίνει το 10%, τότε µε πιθανότητα 90%, το τελικό ανώτατο όριο (πραγµατικό) θα αποκλίνει από την πρόβλεψη λιγότερο από 20%.

Η αξιοπιστία λοιπόν της µελέτης, από ελάχιστα στοιχεία που δεν δόθηκαν ποτέ, αλλά από αυτά που εκµαιεύονται, δείχνει ελλιπής και οι προβλεπόµενοι χρόνοι απόσβεσης της επένδυσης βάση του µοντέλου πρόβλεψης ζήτησης (χρήση µοντέλων του 1970 για εξελίξεις µέχρι το 2020) είναι σίγουρα αβέβαιοι.

Σε ότι αφορά τον τρόπο που έχει επιλεγεί για την υλοποίηση του ευρυζωνικού δικτύου, αντίθετα µε την τεχνολογική ουδετερότητα, που επιβάλλεται και εφαρµόζεται διεθνώς, έχει γίνει η µη τεκµηριωµένη «δαπανηρή» επιλογή του fiber to the home, που εξυπηρετεί κυρίως κατασκευαστικές εταιρίες, οι οποίες, µετά το «αέριο» θα κληθούν και πάλι να ξανασκάψουν το σύνολο των δρόµων της Αθήνας, της Θεσσαλονίκης κλπ, όταν υπάρχουν ένα πλήθος άλλων, χαµηλότερου κόστους εναλλακτικών τεχνολογικών λύσεων, που επιτρέπουν την παροχή των ίδιων υπηρεσιών.

Οι τεχνολογίες καλωδιακών λύσεων fiber to the curve, fiber to the building, fiber to the cabinet, αλλά και οι ασύρµατες τεχνολογίες, υπάρχουσες και αναπτυσσόµενες, είναι εξ ίσου ανταποδοτικές και ανταγωνιστικές µε κόστος τουλάχιστον 5 φορές µικρότερο από εκείνο του fiber to the home. Είναι χαρακτηριστικό ότι η Ε. Ε. χρηµατοδοτεί συνεχώς τις αναπτυσσόµενες ασύρµατες τεχνολογίες LTE για δίκτυα 4ης γενιάς, που υπόσχονται ταχύτητες έως 1.000 Mb/s, που θα διαµοιράζεται βέβαια στους συνδροµητές µιας κυψέλης. Στις δε ευρωπαϊκές χώρες που έχουν ήδη αναφερθεί, επιλέγεται ένας συνδυασµός όλων αυτών των διαθέσιµων τεχνολογιών, ανάλογα µε την περιοχή, τα γεωγραφικά της χαρακτηριστικά, την πυκνότητα πληθυσµού, και τις υπάρχουσες ιδιαιτερότητες, ώστε να επιτευχθεί η καθολικότητα της ευρυζωνικότητας.

Ο ακριβής ορισµός της έννοιας ευρυζωνικότητα δεν έχει ακόµα ορισθεί, είναι όµως χαρακτηριστικό ότι στις διάφορες οµιλίες της αρµόδιας για τηλεπικοινωνίες επιτρόπου της Ε. Ε. Viviane Reding, αναφέρεται ότι τα ευρυζωνικά δίκτυα νέας γενιάς απαιτούν την διείσδυση των οπτικών ινών, πιο κοντά στον τελικό χρήστη, χωρίς αυτό να σηµατοδοτεί αποκλειστικά την τεχνολογία fiber to the home.

Δεν υπάρχει αµφιβολία ότι το µελλοντικό δίκτυο πρόσβασης θα βασίζεται σχεδόν εξ ολοκλήρου στη χρήση οπτικής ίνας, που θα φθάνει τελικά σε κάθε σπίτι, και οι περισσότερες εταιρίες παροχής τηλεπικοινωνιακών υπηρεσιών έχουν ήδη αποφασίσει να υιοθετήσουν την επιλογή FTTH σε περιβάλλοντα “Greenfield”, αλλά θεωρούν επί του παρόντος, µε τεχνο­οικονοµικά κριτήρια, την επιλογή αυτή ανέφικτη για υλοποίηση σε όλο τους το δίκτυο. Αυτό που παραµένει ακόµη υπό ισχυρή αµφισβήτηση και συζήτηση, δεν είναι τόσο το τελικό αποτέλεσµα της προοδευτικής εξέλιξης του δικτύου πρόσβασης από χάλκινο σε εξ ολοκλήρου οπτικό, όσο τα εξελικτικά στάδια και η διάρκειά τους.

Από τα στοιχεία που έχει ανακοινώσει το υπουργείο για την υλοποίηση του δικτύου FTTH, αν και πολλά σηµεία δεν έχουν αποσαφηνισθεί, συµπεραίνεται ότι έχει γίνει µια σηµαντική υποεκτίµηση, τόσο του συνολικού κόστους της επένδυσης, όσο και του λειτουργικού κόστους, γεγονός που, προστιθέµενο στις υπόλοιπες ανακρίβειες και προχειρότητες, καθιστά την επένδυση ακόµα περισσότερο επισφαλή.

Το κόστος υλοποίησης τέτοιων οπτικών δικτύων, αφορά κυρίως, κατά 65% περίπου, δαπάνες εκσκαφών και αποκατάστασης δρόµων ή πεζοδροµίων. Είναι λοιπόν µια πρώτης τάξεως ευκαιρία ενίσχυσης δύο ή τριών µεγάλων Ελληνικών ή ακόµα χειρότερα,Ευρωπαϊκών κατασκευαστικών εταιριών, οι οποίες χρησιµοποιώντας, όπως έχει αποδειχθεί, φθηνό αλλοδαπό προσωπικό, θα καρπωθούν περίπου 1,5 δις ευρώ, χωρίς κανένα απολύτως κέρδος για την εθνική οικονοµία, για τους Έλληνες εργαζόµενους. Εάν, όπως είχε µε στόµφο ανακοινωθεί από τους υπουργούς, που ξεπούλησαν τον ΟΤΕ, ίσχυε ότι το Ελληνικό Δηµόσιο έχει τον τελευταίο λόγο στις αποφάσεις του ΟΤΕ σε στρατηγικά θέµατα (όπως ίσχυσε και µε τους Ολυµπιακούς Αγώνες όταν ο ΟΤΕ µε ίδιους πόρους συνέβαλε αποφασιστικά στην επίτευξη του «υπέρτατου» τότε εθνικού στόχου), δεν θα βλέπαµε σήµερα µια αντιπαράθεση µεταξύ του (κατά 20% κρατικού) ΟΤΕ και της κυβέρνησης για το σχέδιο FTTH. (Shareholders disagreement).

Αντιθέτως, θα υπήρχε µια σοβαρή και στενή συνεργασία των δύο φορέων, και πιθανώς ο ΟΤΕ, µε την τεχνογνωσία που κατέχει, θα είχε πείσει την κυβέρνηση (και τους συµβούλους της), για το ποιος είναι ο σωστός σχεδιασµός ενός δικτύου πρόσβασης νέας γενιάς. Πανευρωπαϊκά τα κράτη επεµβαίνουν διακριτικά στις περιοχές που εµφανίζεται υστέρηση στην υλοποίηση νέων τεχνολογιών, µε την ενίσχυση των εταιριών που δραστηριοποιούνται, και την παροχή κινήτρων για την ανάπτυξη της ευρυζωνικότητας. Θα ήταν ευκταίο η Ελληνική Πολιτεία να ασχοληθεί σοβαρά µε το ευρυζωνικό µέλλον της χώρας µας προετοιµάζοντας κάποια σοβαρή, συνολική µελέτη, (όπως το Digital Britain της Μ. Βρετανίας, το Next generation broadband της Ιρλανδίας, ή το Breitbandstrategie της Γερµανίας).

Αποτελεί πράγµατι δυσάρεστη, παγκόσµια πρωτοτυπία, εν έτει 2010, η αποσπασµατική παρέµβαση µε την απόπειρα δηµιουργίας ενός νέου ηµικρατικού µονοπωλίου, που µε άνισους όρους, θα επιχειρήσει να στρεβλώσει τον υγιή ανταγωνισµό και την επιχειρηµατικότητα. Η δηµιουργία ενός νέου µονοπωλίου (στην πράξη τριών µονοπωλίων, ανά περιοχή), δηµιουργεί σοβαρά ερωτηµατικάγια τις όποιες σκοπιµότητες κρύβονται πίσω από την πρωτοβουλία αυτή, τη στιγµή που ο ΟΤΕ και οι εργαζόµενοί του έχουν δεχθεί το ανάθεµα της κυβέρνησης για το µέχρι πρότινος καθεστώς εργασίας τους. 

Η ίδρυση του φορέα που εξαγγέλθηκε (ΕΦΟΔΙΑ), µε τις υπερεξουσίες και τα χαριστικά µονοπωλιακά δώρα που του δίνονται, θέτει σε άµεσο κίνδυνο την εργασία µας δηµιουργώντας ουσιαστικά (από την πίσω πόρτα) λειτουργικό διαχωρισµό του ΟΤΕ, απαξιώνει την µέχρι σήµερα προσφορά µας στην ανάπτυξη των τηλεπικοινωνιών στη χώρα µας, και µας υποχρεώνει, σε περίπτωση που η πολιτεία προχωρήσει στην υλοποίηση της εξαγγελίας αυτής, να προσφύγουµε µε κάθε ένδικο µέσο, τόσο στην Ελλάδα όσο και στα αρµόδια όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε να σταµατήσει η δηµιουργία του ανταγωνιστή µας µε τα υπέρ προνόμια που προικίζεται, και µε άνισους όρους απειλεί το εργασιακό µας μέλλον.



Post a Comment