Pages

26 October 2009

ΟΤΕ: Γιατί δεν ανεβαίνει η μετοχή του ;

26 10 2009 - Ιδιαίτερο προβληματισμό έχει προκαλέσει τους τελευταίους μήνες τόσο σε μικρούς όσο και σε μεγάλους επενδυτές η συμπεριφορά της μετοχής του Ο.Τ.Ε. μιας μετοχής που στις παλιότερες εποχές του ελληνικού χρηματιστηρίου ήταν η αγαπημένη μετοχή τόσο των μικρών όσο και μεγαλύτερων επενδυτών.

Οι πάλαι ποτέ θιασώτες της μετοχής οργανισμού βλέπουν έκπληκτοι την υπό-απόδοσή της στο τελευταίο ράλι τιμών του χρηματιστηρίου μετά την μεγάλη πτώση λόγω της χρηματοοικονομικής κρίσης και μένουν σχεδόν άναυδοι. Την ώρα που πολλές τραπεζικές μετοχές έχουν σημειώσει αποδόσεις που σε πολλές περιπτώσεις ξεπερνούν το 60% σε ετήσια βάση η μετοχή του οργανισμού βολοδέρνει στα ίδια επίπεδα που ήταν και πέρυσι.

Πιο συγκεκριμένα σε ετήσια βάση η μετοχή του Ο.Τ.Ε. έχει να επιδείξει μια πενιχρή άνοδο της τάξης του 10% όταν ο γενικό δείκτης τιμών του χρηματιστηρίου έχει ανέβει κατά 40% περίπου.

Ποιοι είναι οι λόγοι που οδηγούν τη μετοχή του οργανισμού σε αυτήν την απογοητευτική πορεία; Πολλοί και διάφοροι.

Καταρχάς η συνεχής απώλεια μεριδίου αγοράς στη σταθερή τηλεφωνία που αποτελεί και την καρδιά των δραστηριοτήτων του οργανισμού είναι πλέον μη αναστρέψιμη καθώς οι εναλλακτικοί πάροχοι εκμεταλλευόμενοι τόσο τη δυσκαμψία του όσο και την ευελιξία τους λόγω του μικρού τους μεγέθους προχωρούν συνεχώς σε νέες προσφορές οι οποίες τους αποφέρουν όλο και μεγαλύτερο μερίδιο αγοράς εις βάρος του Ο.Τ.Ε.. Το γεγονός αυτό έχει ως αποτέλεσμα τη φθίνουσα πορεία των αποτελεσμάτων του οργανισμού και κατά συνέπεια την καθήλωση της τιμής της μετοχής του.

Tαυτόχρονα η πλήρης αδυναμία της διοίκησης και του μάρκετινγκ του οργανισμού να ακολουθήσουν τις σύγχρονες τάσεις της αγοράς των τηλεπικοινωνιών τον αφήνουν όλο και πιο πίσω καθιστώντας πλέον τις υπηρεσίες του απαρχαιωμένες και σε πολλές περιπτώσεις περιττές. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα πακέτα πολλών ανταγωνιστών του οι οποίοι μέσω συσκευών κινητής τηλεφωνίας παρέχουν και υπηρεσίες σταθερής με πολύ χαμηλότερο κόστος. Ένα άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η εμμονή του οργανισμού να χρεώνει στους συνδρομητές του το περίφημο πάγιο, χρέωση που έχει καταργηθεί εδώ και πολλά χρόνια σε όλες τις ευρωπαϊκές χώρες. Ένα επίσης χαρακτηριστικό παράδειγμα στον νευραλγικό χώρο του διαδικτύου είναι και το γεγονός ότι για να αποκτήσει κανείς static ip μέσω των προϊόντων του Ο.Τ.Ε. θα πρέπει να πληρώσει μια εξωφρενική τιμή της τάξης των 60 € το μήνα ενώ από όλους τους υπόλοιπους παρόχους μπορεί να την αποκτήσει με μια επιπλέον χρέωση 6 έως 7 € στην βασική υπηρεσία internet.

Όπως είναι φυσικό όλες αυτές οι αγκυλώσεις έχουν οδηγήσει σε πτώση τζίρου αλλά και κερδών τον οργανισμό γεγονός που αποτυπώνεται κάθε μέρα στον πίνακα τιμών χρηματιστήριο αξιών Αθηνών.

Αλλά και το μέλλον διαγράφεται ιδιαίτερα δυσοίωνο καθώς στην επιδείνωση της πορείας της κινητής τηλεφωνίας και τη συνεπακόλουθη πίεση στα έσοδα από τον εν λόγω τομέα συγκλίνουν δύο εκθέσεις διεθνών οίκων για τον ΟΤΕ.

Τόσο η JPMorgan όσο και Deutsche Bank, προβλέπουν επιδείνωση των επιδόσεων του ΟΤΕ στην κινητή τηλεφωνία κατά το τρίτο τρίμηνο.

Αναλυτικά, η JPMorgan βάζει τον πήχη για τα συνολικά έσοδα του Οργανισμού, κατά το τρίτο τρίμηνο, στα 1,528 δισ. ευρώ, τοποθετώντας τα EBITDA στα 563,1 εκατ. ευρώ και τα καθαρά κέρδη στα 156 εκατ. ευρώ. Από την πλευρά της, η Deutsche Bank στην έκθεσή της για τον ΟΤΕ διατηρεί τη σύσταση διακράτησης και την τιμή-στόχο των 14,50 ευρώ.

Ο οίκος προχώρησε επίσης σε μικρές αλλαγές στις εκτιμήσεις του εν όψει της ανακοίνωσης των αποτελεσμάτων τρίτου τριμήνου στις 5 Νοεμβρίου, τοποθετώντας τα συνολικά έσοδα για το τρίτο τρίμηνο στα 1,531 δισ. ευρώ και τα EBITDA στα 571 εκατ. ευρώ, «βλέποντας» για το σύνολο της χρήσης τα κέρδη ανά μετοχή στα 1,13 ευρώ.

Μία ημέρα νωρίτερα η Citigroup σε αντίστοιχη έκθεση για τον ΟΤΕ σημείωνε ότι η «η μείωση του προσωπικού δεν αναμένεται να είναι στις προτεραιότητες της νεοεκλεγείσας σοσιαλιστικής κυβέρνησης.

Ωστόσο, η αναδιάρθρωση θα γίνει, όχι όμως μέχρι και το επόμενο έτος». Συγκεκριμένα, ο οίκος υπογράμμιζε ότι αναμένει μείωση του αριθμού των εργαζομένων κατά 1.500 άτομα στη διετία 2010 - 2011, μέσα από στοχευμένα και εθελοντικά προγράμματα αποχωρήσεων. Ο οίκος εκτίμησε, δε, ότι η κατάσταση σε Ρουμανία και Βουλγαρία θα χειροτερεύσει τουλάχιστον μέχρι το δεύτερο εξάμηνο του 2010.

Πηγή: sofokleous10.gr



Post a Comment